Μετάφραση του "abgeschieden" σε Ελληνικά
Οι απομονωμένος, απόμερος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abgeschieden" σε Ελληνικά.
abgeschieden
adjective
γραμματική
leergefegt (umgangssprachlich) [..]
-
απομονωμένος
adjective masculineAbgeschieden harrte er an diesem erbärmlichen Ort 20 Jahre lang aus.
Εκείνος υπέμεινε, απομονωμένος σ’ αυτό το άθλιο μέρος για πάνω από 20 χρόνια.
-
απόμερος
Adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " abgeschieden " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "abgeschieden" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παραιτούμαι
-
αντίο · αποχαιρετισμός · αποχωρισμός · αποχώρηση · παραίτηση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη