Μετάφραση του "abgesondert" σε Ελληνικά
Οι απομονωμένος, απόμερος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abgesondert" σε Ελληνικά.
abgesondert
verb
-
απομονωμένος
adjective masculineEr ist von den anderen abgesondert.
Είναι απομονωμένος από τους άλλους.
-
απόμερος
Adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " abgesondert " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "abgesondert" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απομονώνω · εκκρίνω · καταχωνιάζω · κρύβω
-
απομονώνομαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη