Μετάφραση του "abgestimmt" σε Ελληνικά
Το συντονισμένος είναι η μετάφραση του "abgestimmt" σε Ελληνικά.
abgestimmt
verb
(im vorhinein) abgestimmt
-
συντονισμένος
AdjectiveEin abgestimmtes Portfolio von Dokumenten hat eine stärkere Kommunikationswirkung als eine Sammlung separater Dokumente.
Ένας συντονισμένος φάκελος εγγράφων επιτρέπει πιο αποτελεσματική επικοινωνία από μια σειρά ασύνδετων μεταξύ τους εγγράφων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " abgestimmt " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "abgestimmt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συντονισμένη κεραία
-
Λεπτομερή δικαιώματα
-
αγώνας · εκλέγω · συνεννοούμαι · συντονίζω · ψηφίζω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη