Μετάφραση του "abstillen" σε Ελληνικά

Οι απογαλακτίζω, απογαλακτισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abstillen" σε Ελληνικά.

abstillen Verb γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • απογαλακτίζω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abstillen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Abstillen
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • απογαλακτισμός

    noun masculine

    Zugefüttert wurde erst, wenn man mit dem Abstillen begann.

    Συμπλήρωμα στο μητρικό γάλα γινόταν μόνο όταν άρχιζε ο απογαλακτισμός.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abstillen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη