Μετάφραση του "Absterben" σε Ελληνικά

Οι νέκρωση, ατροφώ, μαραίνομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Absterben" σε Ελληνικά.

Absterben noun Noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • νέκρωση

    Noun

    Am zwölften Tag steht fest, dass das verpflanzte Gewebe absterben wird.

    Τη δωδέκατη ημέρα, η νέκρωση του μοσχεύματος είναι εμφανής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Absterben " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

absterben verb γραμματική

absterben (Pflanzen)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ατροφώ

  • μαραίνομαι

    verb

    Kohlpflanzen sind Rosettenpflanzen, die nach Blühen und Fruchtbildung absterben.

    Τα λάχανα είναι φυτά που σχηματίζουν ρόδακα και μαραίνονται μετά την ανθοφορία και την καρποφορία.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Absterben" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη