Μετάφραση του "auseinander" σε Ελληνικά
Οι ο ένας από τον άλλον., χωριστά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "auseinander" σε Ελληνικά.
auseinander
adverb
zum in die Tonne kloppen (umgangssprachlich)
-
ο ένας από τον άλλον.
Sonst leben sich beide auseinander.
Αλλιώς, μπορεί να ανεξαρτητοποιηθούν ο ένας από τον άλλον.
-
χωριστά
Außerdem setze sich die Klägerin in der Klageschrift mit beiden Eintragungshindernissen getrennt auseinander.
Εξάλλου η προσφεύγουσα εξετάζει χωριστά τους δύο λόγους απαραδέκτου με την προσφυγή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " auseinander " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "auseinander" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
οι απόψεις διαφέρουν
-
οι απόψεις διαφέρουν
-
αραιά
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη