Μετάφραση του "auseinandergehen" σε Ελληνικά
Οι διαλύομαι, χωρίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "auseinandergehen" σε Ελληνικά.
auseinandergehen
Verb
γραμματική
in die Binsen gehen (umgangssprachlich) [..]
-
διαλύομαι
Verb verbAber da zunehmend Ehen auseinandergehen, beschließen immer mehr Männer, allein für ihre Kinder zu sorgen.
Αλλά καθώς διαλύονται περισσότεροι γάμοι, όλο και περισσότεροι άντρες αποφασίζουν να φροντίσουν μόνοι τα παιδιά τους.
-
χωρίζω
Verb verbSoll man auseinandergehen, wenn man sich am meisten braucht?
Μας χωρίζετε την ώρα που χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλον περισσότερο από ποτέ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " auseinandergehen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη