Μετάφραση του "ausschalten" σε Ελληνικά

Οι σβήνω, κλείνω, απενεργοποίηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ausschalten" σε Ελληνικά.

ausschalten verb γραμματική

loswerden (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σβήνω

    verb

    Die Arbeit einer Maschine unterbrechen, indem man sie von ihrer Kraftquelle trennt.

  • κλείνω

    verb

    Die Arbeit einer Maschine unterbrechen, indem man sie von ihrer Kraftquelle trennt.

    Ich schalte meins aus, wenn du deins ausschaltest.

    Θα κλείσω το δικό μου, αν κλείσεις το δικό σου.

  • απενεργοποίηση

    Noun

    Durch das Entschärfen des Alarmsystems muss das Signal sofort ausgeschaltet werden.

    Με την απενεργοποίηση του συστήματος συναγερμού πρέπει να παύσει αμέσως η εκπομπή του σήματος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εξοντώνω
    • εξουδετερώνω
    • απενεργοποιώ
    • αποσύνδεση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ausschalten " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Ausschalten
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σβήσιμο

    Sind Nebelscheinwerfer vorhanden , so muß das Ausschalten der Nebelschlußleuchte unabhängig von den Nebelscheinwerfern erfolgen können . "

    Αν υπάρχουν εμπρός φανοί ομίχλης, το σβήσιμο του πίσω φανού ομίχλης πρέπει να είναι δυνατό ανεξάρτητα από το σβήσιμο των εμπρός φανών ομίχλης.

Φράσεις παρόμοιες με "ausschalten" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ausschalten" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη