Μετάφραση του "ausscheiden" σε Ελληνικά

Οι εκκρίνει, εκκρίνω, απεκκρίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ausscheiden" σε Ελληνικά.

ausscheiden verb γραμματική

weggehen (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκκρίνει

    Hoch genug, dass er Zucker mit seinem Schweiß ausscheidet?

    Αρκετά υψηλή για να εκκρίνει σάκχαρα στον ιδρώτα του;

  • εκκρίνω

    verb

    Blut begann aus meinen Poren zu dringen, die Nieren, der Mastdarm, der Magen und die Nase begannen Blut auszuscheiden.

    Αίμα άρχισε να τρέχη από τους πόρους μου και άρχισα επίσης να εκκρίνω αίμα από τα νεφρά, το απευθυσμένο, το στομάχι και τη μύτη.

  • απεκκρίνω

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποχωρώ
    • εκκρίνει _ εκκρίνεται
    • καταχωνιάζω
    • κρύβω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ausscheiden " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Ausscheiden
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • έξοδος

    noun

    Ein weiteres großes Problem stellt das vorzeitige Ausscheiden älterer Arbeitnehmer aus dem Arbeitsmarkt dar.

    Ένα άλλο θεμελιώδες ζήτημα είναι η πρόωρη έξοδος των εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας από την αγορά εργασίας.

  • αποχώρηση

    noun

    vorzeitiges Ausscheiden aus dem Fischereisektor, insbesondere im Rahmen des Vorruhestands.

    την πρόωρη αποχώρηση από τις αλιευτικές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης της πρόωρης συνταξιοδότησης.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ausscheiden" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη