Μετάφραση του "beaufsichtigen" σε Ελληνικά

Οι επιβλέπω, προσέχω, επιτηρώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beaufsichtigen" σε Ελληνικά.

beaufsichtigen verb γραμματική

bemuttern (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιβλέπω

    verb

    Ich werde alle geschäftlichen Vorgänge beaufsichtigen und strategische Entscheidungen treffen.

    Θα επιβλέπω τις επιχειρηματικές μας δραστηριότητες και θα παίρνω στρατηγικές αποφάσεις κατά το δοκούν.

  • προσέχω

    verb

    Meine Mom sagt, ich muss noch beaufsichtigt werden.

    Η μαμά λέει ότι πρέπει ακόμα να με προσέχει κάποιος.

  • επιτηρώ

    verb

    Einige von ihnen werden Dinge tun, die sie noch nie gemacht haben, aber sie werden beaufsichtigt.

    Κάποιοι απ'αυτούς θα κάνουν πράγματα που δεν έχουν ξανακάνει, αλλά θα τους επιτηρώ.

  • παρατηρώ

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " beaufsichtigen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Beaufsichtigen Noun γραμματική
+ Προσθήκη

"Beaufsichtigen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Beaufsichtigen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "beaufsichtigen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη