Μετάφραση του "bebauen" σε Ελληνικά

Το καλλιεργώ είναι η μετάφραση του "bebauen" σε Ελληνικά.

bebauen Verb γραμματική

den Boden

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καλλιεργώ

    Verb

    Wir treiben Viehzucht und bebauen bewässerte Terrassen, die wir an den umliegenden Hügeln angelegt haben.

    Έχομε κατοικίδια ζώα και καλλιεργούμε τις κλιμακωτές πλαγιές του λόφου που είναι κοντά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bebauen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bebauen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • δομημένη περιοχή · οικιστική περιοχή · πυκνοδομημένη περιοχή
  • μη δομημένη (αδόμητη) περιοχή
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bebauen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη