Μετάφραση του "befristen" σε Ελληνικά

Το περιορίζω είναι η μετάφραση του "befristen" σε Ελληνικά.

befristen Verb γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • περιορίζω

    verb

    Eine solche Regelung muss jedoch zeitlich befristet sein und als vorübergehend angesehen werden.

    Ωστόσο, ένα τέτοιο καθεστώς πρέπει να περιορίζεται χρονικά και να θεωρείται μεταβατικό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " befristen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "befristen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη