Μετάφραση του "begehen" σε Ελληνικά

Οι κάνω, γιορτάζω, διαπράττω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "begehen" σε Ελληνικά.

begehen verb γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κάνω

    verb

    Ich versuche dich davor zu bewahren die selben Fehler zu begehen.

    Πάω να σε κάνω να αποφύγεις τα ίδια λάθη.

  • γιορτάζω

    verb

    Gerade jetzt erinnern wir an eine Reihe von historischen Meilensteinen und begehen sie im feierlichen Rahmen.

    Αυτή τη στιγμή θυμόμαστε και γιορτάζουμε μια σειρά ιστορικών ορόσημων.

  • διαπράττω

    verb

    Nur weil ich nicht alles aufgeführt habe, was die dort für Sünden begehen.

    Mόνο και μόνο επειδή δεν ανέφερα όλα τα αμαρτήματα που διαπράττονται εκεί.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διαπράττω _ κάνω
    • κάνω_διαπράττω
    • περνώ από
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " begehen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Begehen Noun γραμματική

im Gegensatz zum Versuch

+ Προσθήκη

"Begehen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Begehen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "begehen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "begehen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη