Μετάφραση του "begehren" σε Ελληνικά

Οι επιθυμώ, ποθώ, ζητώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "begehren" σε Ελληνικά.

begehren verb γραμματική

sein Herz an etwas hängen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιθυμώ

    verb

    Ich leugne nicht, dass mein Herz dies sehr begehrt hat.

    Δεν θα αρνηθώ πως η καρδιά μου το επιθυμεί διακαώς.

  • ποθώ

    verb

    In diesem Berg gibt es Edelsteine, die auch ich begehre.

    Eίvαι κάτι πετράδια στο Bουvό που τα ποθώ κι εγώ.

  • ζητώ

    verb

    Hilfsweise begehren die Klägerinnen eine wesentliche Herabsetzung der gegen sie verhängten Geldbuße.

    Επικουρικώς, οι προσφεύγουσες ζητούν την ουσιαστική μείωση του επιβληθέντος σε βάρος τους προστίμου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λιγουρεύομαι
    • θέλω
    • λιμπίζομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " begehren " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Begehren noun neuter γραμματική

Lust (auf) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιθυμία

    noun feminine

    arzu

    Man sagt, es sei das geheime Begehren jeder Frau.

    Λένε ότι είναι η κρυφή επιθυμία κάθε γυναίκας.

  • πόθος

    noun masculine

    Verlangen und Begehren sind normalerweise nicht Eigenschaften des Auges, sondern des Herzens.

    Ο πόθος και η επιθυμία κανονικά είναι ιδιότητες όχι του ματιού αλλά της καρδιάς.

  • λαχτάρα

  • ευχή

    noun feminine

    arzu

Φράσεις παρόμοιες με "begehren" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • δημοφιλής · περιζήτητος · ποθητός · πολυπόθητος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "begehren" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη