Μετάφραση του "beispiellos" σε Ελληνικά

Οι απίστευτος, πρωτοφανής, πρωτόγνωρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beispiellos" σε Ελληνικά.

beispiellos adjective γραμματική

zum Niederknien (gehoben) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • απίστευτος

    Adjective
  • πρωτοφανής

    Adjective

    Wie sie erfuhr, war deshalb mit beispiellosen Gewaltakten zu rechnen.

    Η ίδια έμαθε ότι θα ξεσπούσε πρωτοφανής βία.

  • πρωτόγνωρος

    Die Koordinierung im Bereich der Reform der Regelung der Finanzdienstleistungen, insbesondere im Bereich der Derivate, ist beispiellos.

    Ο συντονισμός σε τομείς της κανονιστικής μεταρρύθμισης των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, ιδίως σε τομείς όπως τα παράγωγα, ήταν πρωτόγνωρος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " beispiellos " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "beispiellos" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη