Μετάφραση του "beistehen" σε Ελληνικά

Το συντρέχω είναι η μετάφραση του "beistehen" σε Ελληνικά.

beistehen verb γραμματική

(jemandem) unter die Arme greifen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συντρέχω

    verb

    g) Es gewährt Europol auf dessen Ersuchen hin Beistand, insbesondere durch Erstattung von Gutachten auf der Grundlage der von Europol vorgenommenen Analysen.

    ζ) συντρέχει την Ευρωπόλ, κατόπιν αιτήσεώς της, στην οποία παρέχει ιδίως γνώμες, βάσει των σχετικών αναλύσεων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " beistehen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Beistehen Noun γραμματική
+ Προσθήκη

"Beistehen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Beistehen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "beistehen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "beistehen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη