Μετάφραση του "beredt" σε Ελληνικά

Οι εύγλωττος, χρυσόστομος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beredt" σε Ελληνικά.

beredt Adjective γραμματική

sprachmächtig (gehoben)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εύγλωττος

    Paulus war, wie er selbst zugab, „in der Rede ungeübt“; Apollos dagegen war ‘beredt’ (2.

    Ο Παύλος, όπως παραδεχόταν και ο ίδιος, ήταν «αδέξιος στο λόγο»· ο Απολλώς, από την άλλη μεριά, ήταν «εύγλωττος».

  • χρυσόστομος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " beredt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "beredt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη