Μετάφραση του "bereichern" σε Ελληνικά

Οι εμπλουτίζω, πλουταίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bereichern" σε Ελληνικά.

bereichern Verb γραμματική

(zu etwas) dienen [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εμπλουτίζω

    Ich heiße Kailash, und ich bereichere gerne Leben

    Ονομάζομαι Καΐλας. Και μου αρέσει να εμπλουτίζω τις ζωές

  • πλουταίνω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bereichern " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bereichern" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bereichern" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη