Μετάφραση του "bewaffnen" σε Ελληνικά
Οι αρματώνω, οπλίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bewaffnen" σε Ελληνικά.
bewaffnen
verb
γραμματική
Mit Waffen versorgen.
-
αρματώνω
Verb verb -
οπλίζω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bewaffnen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "bewaffnen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ένοπλος οργανισμός
-
ένοπλη επέμβαση
-
ένοπλος · οπλισμένος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη