Μετάφραση του "bewaffnet" σε Ελληνικά

Οι οπλισμένος, ένοπλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bewaffnet" σε Ελληνικά.

bewaffnet adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • οπλισμένος

    particle masculine

    Du weißt, wenn der Kerl zurück kommt, kommt er schwer bewaffnet.

    Αν αυτός ο τύπος επιστρέψει θα έρθει οπλισμένος.

  • ένοπλος

    Adjective masculine

    Wir wissen nicht, ob er bewaffnet ist, aber er ist noch immer gefährlich.

    Δεν ξέρουμε αν είναι ένοπλος, αλλά ίσως είναι επικίνδυνος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bewaffnet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bewaffnet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bewaffnet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη