Μετάφραση του "bezuschussen" σε Ελληνικά

Το επιδοτώ είναι η μετάφραση του "bezuschussen" σε Ελληνικά.

bezuschussen Verb γραμματική

(jemandem) unter die Arme greifen (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιδοτώ

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bezuschussen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bezuschussen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη