Μετάφραση του "bg" σε Ελληνικά

Το Bg είναι η μετάφραση του "bg" σε Ελληνικά.

bg
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Bg

    BG: Ungebunden für den Erwerb von landwirtschaftlichen Grundstücken und Wäldern.

    BG: Καμία δέσμευση για την απόκτηση γεωργικών και δασικών εκτάσεων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bg " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bg" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη