Μετάφραση του "biegen" σε Ελληνικά

Οι στρίβω, κάμπτώ, κάμπτω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "biegen" σε Ελληνικά.

biegen verb γραμματική

bombieren (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • στρίβω

    verb

    Deshalb, anstatt links abzubiegen, bog ich rechts ab, ins Niemandsland.

    Και αντί να στρίψω αριστερά, στρίβω δεξιά, στην μέση του πουθενά.

  • κάμπτώ

  • κάμπτω

    Verb

    Vielleicht solltest du lernen, sie ein bisschen zu biegen, bevor jemand verletzt wird.

    Ίσως θα έπρεπε να μάθεις να κάμπτεις λιγάκι, πριν κάποιος σπάσει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λυγίζω
    • παίρνω στροφή
    • κυρτώνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " biegen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Biegen Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κάμψη

    Das Ellbogengelenk erlaubt das Biegen und Strecken des Unterarms.

    Η άρθρωση του αγκώνα επιτρέπει την κάμψη και την έκταση του άνω βραχίονα.

Φράσεις παρόμοιες με "biegen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Γεωδαιτικό Τόξο Στρούβε
  • καμπύλη · λυγιστός
  • Τόξο του Ατλαντικού
  • κυρτώνομαι · λυγίζω · σκύβω
  • Αψίδα του Σεπτίμιου Σεβήρου
  • Αψίδα · Δοξάρι · Τόξο · αψίδα · δοξάρι · καμάρα · τόξο · φύλλο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "biegen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη