Μετάφραση του "Bogen" σε Ελληνικά
Οι τόξο, δοξάρι, αψίδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bogen" σε Ελληνικά.
Bogen (Waffe) [..]
-
τόξο
noun neuterEine Waffe aus einem gebogenen Stück Holz oder anderem biegsamen Material, dessen Enden mit einer Schnur verbunden werden und mit dem man Pfeile schießt.
Dieser Bogen ähnelt mir, so wie ich ihm ähnele.
Το τόξο με αντιπροσωπεύει, κι εγώ αντιπροσωπεύω το τόξο.
-
δοξάρι
noun neuterIch hörte, jemand hat seine Kehle durchgeschnitten und versucht auf ihr mir einem Bogen zu spielen.
Έμαθα ότι κάποιος έκοψε τον λαιμό του και προσπάθησε να παίξει με δοξάρι.
-
αψίδα
noun feminineAm besten stellen wir den Vigo in den Bogen da.
Θέλω να βάλω το Βίγκο κάτω απ'την αψίδα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- καμάρα
- Τόξο
- Αψίδα
- Δοξάρι
- φύλλο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Bogen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"bogen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το bogen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "Bogen"
Φράσεις παρόμοιες με "Bogen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Γεωδαιτικό Τόξο Στρούβε
-
κάμπτω · κάμπτώ · κυρτώνω · λυγίζω · παίρνω στροφή · στρίβω
-
καμπύλη · λυγιστός
-
κάμψη
-
Τόξο του Ατλαντικού
-
κυρτώνομαι · λυγίζω · σκύβω
-
Αψίδα του Σεπτίμιου Σεβήρου