Μετάφραση του "bremsen" σε Ελληνικά

Οι φρενάρω, ανακόπτω, συγκρατώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bremsen" σε Ελληνικά.

bremsen verb γραμματική

in die Eisen steigen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • φρενάρω

    Verb verb

    ... schneide ich nach rechts und bremse.

    Το κόβω δεξιά και φρενάρω.

  • ανακόπτω

    Verb verb

    Sie können jedoch die steigende gesellschaftliche Akzeptanz von Scheidungen nicht mehr länger bremsen.

    Ωστόσο, αυτά δεν μπορούν πια να ανακόψουν το διογκούμενο κύμα κοινωνικής αποδοχής του διαζυγίου.

  • συγκρατώ

  • φρέναρα

    verb

    Ich habe gebremst, du hast mich für einen Mann gehalten... und bist eingestiegen.

    Φρέναρα, νόμιζες ότι ήμουν άντρας και μπήκες μέσα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bremsen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Bremsen noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

"Bremsen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Bremsen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "bremsen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • υδραυλικό φρένο
  • αλογόμυγα · οίστρος · πέδη · πέδηση · τροχοπέδη · φρένο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bremsen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη