Μετάφραση του "brennbar" σε Ελληνικά

Οι εύφλεκτος, καύσιμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "brennbar" σε Ελληνικά.

brennbar adjective γραμματική

Fähig zu brennen.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εύφλεκτος

    adjective

    Diethylether ist leicht brennbar und kann explosive Peroxide bilden.

    Ο διαιθυλαιθέρας είναι εξαιρετικά εύφλεκτος και μπορεί να σχηματίσει εκρηκτικά υπεροξείδια.

  • καύσιμος

    Entzündbare feste Stoffe sind leicht brennbare feste Stoffe und feste Stoffe, die durch Reibung in Brand geraten können.

    Εύφλεκτα στερεά είναι τα άμεσα καύσιμα στερεά και τα στερεά εκείνα που μπορούν να προκαλέσουν φωτιά μέσω τριβής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " brennbar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "brennbar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "brennbar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη