Μετάφραση του "dicht" σε Ελληνικά

Οι πυκνός, παχύς, κοντά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dicht" σε Ελληνικά.

dicht adjective verb adverb γραμματική

dicht (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πυκνός

    adjective masculine

    Geschnitten werden zu dicht oder zu schnell wachsende sowie zu weit herab hängende Äste.

    Κλάδεμα των κλαδιών που είναι πολύ πυκνά ή κρεμαστά ή υπερβολικά ανεπτυγμένα.

  • παχύς

    adjective masculine

    Sie sind ein weißer protestantischer Mann mit einem vollem, dichtem Schnurrbart.

    Είσαι ένας λευκός Προτεστάντης άρρεν, με ένα γεμάτο, παχύ μουστάκι.

  • κοντά

    adverb

    Ich kann ihnen sagen, dass wir dicht dran sind.

    Θα μπορούσα να τους πω ότι είμαστε κοντά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βαθύς
    • κλειστός
    • μεγάλος
    • πηχτός
    • στεγανός
    • μεθυσμένος
    • αδιάβροχος
    • αδιαπέραστος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dicht " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dicht" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dicht" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη