Μετάφραση του "Dichte" σε Ελληνικά

Το πυκνότητα είναι η μετάφραση του "Dichte" σε Ελληνικά.

Dichte noun feminine γραμματική

Wichte (veraltet) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πυκνότητα

    noun feminine

    Masse pro Volumen [..]

    Unterschiedlich, abhängig von der Dichte der Infizierten und Wetterbedingungen.

    Μεταβλητή.Ανάλογα την πυκνότητα των μολυσμένων και των καιρικών συνθηκών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Dichte " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

dichte adjective verb
+ Προσθήκη

"dichte" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το dichte στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "Dichte" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Dichte" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη