Μετάφραση του "Dichte" σε Ελληνικά
Το πυκνότητα είναι η μετάφραση του "Dichte" σε Ελληνικά.
Dichte
noun
feminine
γραμματική
Wichte (veraltet) [..]
-
πυκνότητα
noun feminineMasse pro Volumen [..]
Unterschiedlich, abhängig von der Dichte der Infizierten und Wetterbedingungen.
Μεταβλητή.Ανάλογα την πυκνότητα των μολυσμένων και των καιρικών συνθηκών.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Dichte " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
dichte
adjective
verb
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"dichte" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το dichte στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "Dichte" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γράφω · γράφω ποιήματα · στεγανοποιώ
-
ειδικό βάρος · σχετική πυκνότητα
-
ένας Ιρλανδός ποιητής
-
πυκνοκατοικημένος
-
κοντά
-
κρίσιμη πυκνότητα
-
ένας Βρετανός ποιητής
-
μαγνητική πυκνότητα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη