Μετάφραση του "dringen" σε Ελληνικά
Το υποχρεώνω είναι η μετάφραση του "dringen" σε Ελληνικά.
dringen
verb
γραμματική
(sich etwas) ausbedingen [..]
-
υποχρεώνω
verbEr gibt die Probleme, die das Parlament dazu veranlaßt haben, auf EU-Rechtsvorschriften zu dringen, exakt wieder.
Πρόκειται για μία πιστή απόδοση των προβλημάτων τα οποία υποχρέωσαν το Κοινοβούλιο να ζητήσει τη θέσπιση ευρωπαϊκής νομοθεσίας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dringen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "dringen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ξεσηκώνω · πιέζω · πιέζω | σπρώχνω | αναγκάζω · σκουντώ · στριμώχνω · σφίγγω · ωθώ
-
κοντόχοντρος
-
επιτακτικός
-
και γρήγορα μάλιστα
-
ανάγκη · ορμή · παρόρμηση · πόθος
-
Επείγον · επίμονος · επείγων · επειγόντως · επιτακτικός · κακά · κατεπείγων
-
ανάγκη
-
συνωστίζομαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη