Μετάφραση του "dringend" σε Ελληνικά

Οι επείγων, επειγόντως, επίμονος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dringend" σε Ελληνικά.

dringend adjective verb γραμματική

zeitkritisch (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επείγων

    adjective

    Tom sagt, es sei dringend.

    Ο Τομ λέει πως είν' επείγον.

  • επειγόντως

    adverb

    Das beweist, dass wir dringend diesen Kurs einschlagen müssen.

    Αυτό αποδεικνύει ότι πρέπει να ακολουθήσουμε επειγόντως αυτήν την πορεία.

  • επίμονος

    adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επιτακτικός
    • κατεπείγων
    • Επείγον
    • κακά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dringend " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dringend" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dringend" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη