Μετάφραση του "drohen" σε Ελληνικά

Οι απειλώ, κινδυνεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "drohen" σε Ελληνικά.

drohen verb γραμματική

dräuen (veraltet) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • απειλώ

    verb

    Und er hat gedroht, sie umzubringen, wenn sie weiter so herumschreit.

    Εκείνη τον αποκαλούσε διάβολο, εκείνος την έβριζε και απειλούσε να την σκοτώσει αν δεν έβγαζε τον σκασμό.

  • κινδυνεύω

    Verb

    Eine solche Betrachtungsweise droht uns direkt vor die Wand fahren zu lassen.

    Μια τέτοια προσέγγιση κινδυνεύει να μας ρίξει κατευθείαν στο γκρεμό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " drohen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "drohen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • απείλησε να τον σκοτώσει
  • απειλητικά · απειλητικός · επικείμενος
  • απειλητικά · απειλητικός · επικείμενος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "drohen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη