Μετάφραση του "eindeutig" σε Ελληνικά
Οι ρητός, σαφής, ξεκάθαρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eindeutig" σε Ελληνικά.
eindeutig
adjective
adverb
γραμματική
prononciert (gehoben) [..]
-
ρητός
επίθετο masculine -
σαφής
adjective m;fDas geht aus der Antwort des Rates eindeutig hervor.
Αυτό προκύπτει σαφέστατα από την απάντηση του Συμβουλίου.
-
ξεκάθαρος
masculineDort hat er eine weitaus eindeutigere Stellung bezogen als hier im Parlament.
'Ηταν πολύ πιο ξεκάθαρος εκεί από ό, τι ήταν εδώ, μέσα στην Ολομέλεια.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μονοσήμαντος
- ευκρινής
- κατηγορηματικός
- αναμφίλεκτος
- απερίφραστος
- αναμφίβολος
- αναμφίσημος
- αναντίρρητος
- οφταλμοφανής
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " eindeutig " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "eindeutig" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
περιορισμός διακριτής τιμής
-
Γενικό καθολικό αναγνωριστικό · μοναδικό αναγνωριστικό
-
μοναδικό ευρετήριο
-
μοναδικός κωδικός αναφοράς
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη