Μετάφραση του "eindringen" σε Ελληνικά

Οι διεισδύω, μπαίνω, εισβάλλω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eindringen" σε Ελληνικά.

eindringen verb γραμματική

nicht in Ruhe lassen (mit) (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διεισδύω

    verb

    Eddie mochte auch kein Eindringen.

    Στον Έντι δεν άρεσε να διεισδύω μέσα του.

  • μπαίνω

    verb

    Die Ammoniakstürme sind sehr nahe, scheinen hier aber nicht einzudringen.

    Αυτά τα σύννεφα αμμωνίας είναι ένα χιλιόμετρο μακριά. Δεν μπαίνουν όμως στην περιοχή που αναπνέουμε.

  • εισβάλλω

    verb

    Ich wollte hier nicht einfach so eindringen, aber ich sitze ziemlich in der Patsche.

    Δεν προσπαθώ να εισβάλλω εδώ, αλλά είμαι σε δύσκολη θέση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εισχωρώ
    • εμβαθύνω
    • παραβιάζω
    • καταπατώ
    • εισέρχομαι παρανόμως
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eindringen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Eindringen Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εισβολή

    noun feminine

    Dennoch ist deine Vermutung ebenso unangemessen wie dein Eindringen.

    Η γνώμη σου, παρόλα αυτά, με ενοχλεί όσο και η εισβολή σου.

  • εισχώρηση

    Eindringen von Motor- oder Rauchgasen.

    Δυνατή η εισχώρηση καπνών από τον κινητήρα ή καυσαερίων.

  • επιδρομή

    noun feminine

    Ein weiteres Eindringen könnte eine offizielle Klage zur Folge haben.

    Η επόμενη επιδρομή θα καταλήξει σε επίσημη καταγγελία.

  • παρείσφρηση

    Möglicher Schaden: Manches unberechtigte Eindringen in Computernetze ist eher durch die intellektuelle Herausforderung als durch finanziellen Gewinn motiviert.

    Ενδεχόμενη ζημία - Η μη εξουσιοδοτημένη παρείσφρηση έχει ενίοτε ως κίνητρο διανοητική πρόκληση και όχι κερδοσκοπία.

Φράσεις παρόμοιες με "eindringen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εισχωρώ, (δι)εισδύω, εμβαθύνω σε, εισβάλλω σε, παραβιάζω (+πρόθεση/κλίση)
  • αιχμηρός · διαπεραστικός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eindringen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη