Μετάφραση του "eingeschaltet" σε Ελληνικά

Οι ανοιχτός, έναρξη τροφοδοσίας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eingeschaltet" σε Ελληνικά.

eingeschaltet verb

an (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανοιχτός

    adjective masculine

    Sie hatte ihren Laptop den ganzen Tag über eingeschaltet.

    Ο φορητός υπολογιστής της ήταν ανοιχτός όλη την ημέρα.

  • έναρξη τροφοδοσίας

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eingeschaltet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "eingeschaltet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eingeschaltet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη