Μετάφραση του "eingeschoben" σε Ελληνικά
Το εμβόλιμος είναι η μετάφραση του "eingeschoben" σε Ελληνικά.
eingeschoben
-
εμβόλιμος
Nach dem Monat Adar wird in manchen Jahren ein Schaltmonat eingeschoben, der Veadar oder zweiter Adar genannt wird.
Μετά το μήνα Αδάρ προστίθεται σε συγκεκριμένα έτη ο εμβόλιμος μήνας Βεαδάρ, ή δεύτερος Αδάρ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " eingeschoben " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "eingeschoben" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κάνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη