Μετάφραση του "eingetragen" σε Ελληνικά

Οι εγγεγραμμένος, καταχωρισμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eingetragen" σε Ελληνικά.

eingetragen verb
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εγγεγραμμένος

    Dieses Zertifikat sei also gültig, solange der Anwalt im nationalen Anwaltsverzeichnis eingetragen sei.

    Συνεπώς, το ηλεκτρονικό πιστοποιητικό ισχύει για όσο χρόνο ο δικηγόρος είναι εγγεγραμμένος στο εθνικό μητρώο δικηγόρων.

  • καταχωρισμένος

    Ein Ausbildungsbetrieb ist ein Betrieb oder ein Teil eines Betriebes, der als juristische Person eingetragen ist.

    Ως εκπαιδευτικός φορέας νοείται ο φορέας ή μέρος αυτού που είναι καταχωρισμένος ως νομικό πρόσωπο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eingetragen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "eingetragen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eingetragen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη