Μετάφραση του "einmarschieren" σε Ελληνικά

Οι εισέρχομαι, εισβάλλω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "einmarschieren" σε Ελληνικά.

einmarschieren Verb γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εισέρχομαι

    Verb

    Russische Truppen sind nicht nur in das Hoheitsgebiet von Südossetien einmarschiert, sondern auch tiefer ins Landesinnere eingedrungen.

    Τα ρωσικά στρατεύματα όχι μόνο εισήλθαν στο έδαφος της Νότιας Οσετίας, αλλά προέλασαν ακόμη περισσότερο μέσα στη χώρα.

  • εισβάλλω

    Deine Länder sind verloren, Jarl Borg ist einmarschiert.

    Τα εδάφη σου χάθηκαν, εισέβαλε ο Κόμης Μποργκ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " einmarschieren " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "einmarschieren" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη