Μετάφραση του "einmischen" σε Ελληνικά

Το ανακατεύομαι είναι η μετάφραση του "einmischen" σε Ελληνικά.

einmischen verb γραμματική

dazwischengehen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανακατεύομαι

    verb

    Ich will mich nicht einmischen, aber hier gibt es kaum Wild.

    Συγγνώμη που ανακατεύομαι, αλλά δεν υπάρχει πολύ παιχνίδι εδώ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " einmischen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "einmischen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "einmischen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη