Μετάφραση του "einsilbig" σε Ελληνικά

Οι λιγομίλητος, μονοσύλλαβος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "einsilbig" σε Ελληνικά.

einsilbig adjective γραμματική

zurückhaltend (reagieren) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λιγομίλητος

  • μονοσύλλαβος

    Die Kopfverletzung, welche auch immer, die dich in einen einsilbigen Trottel verwandelt hat.

    Από το τραύμα στο κεφάλι που σε κάνει ν'απαντάς μονοσύλλαβα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " einsilbig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "einsilbig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη