Μετάφραση του "einsparen" σε Ελληνικά

Οι εξοικονομώ, μειώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "einsparen" σε Ελληνικά.

einsparen verb γραμματική

knausern (mit)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξοικονομώ

    verb
  • μειώνω

    Verb verb

    - Verwendung grösserer Flugzeuge, um durch wirtschaftliche Maßstabsvergrösserung Kosten einzusparen.

    - η δυνατότητα χρησιμοποίησης μεγαλύτερων αεροσκαφών, ώστε να μειωθούν τα κόμιστρα μέσω οικονομιών κλίμακος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " einsparen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "einsparen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη