Μετάφραση του "einst" σε Ελληνικά
Οι άλλοτε, κάποτε είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "einst" σε Ελληνικά.
einst
adverb
einmal (umgangssprachlich) [..]
-
άλλοτε
adverbWie traurig, wenn jemand in einen Zustand zurückfällt, den er einmal verabscheut hat!
Τι τραγική είναι η πτώσις εκείνων οι οποίοι δελεάζονται να επιστρέψουν στην κατάστασι της άλλοτε νοσηρότητας!
-
κάποτε
adverbViele von uns segelten einst auf Schiffen wie diesem.
Πολλοί από εμάς επιβαίναμε κάποτε σε πλοία σαν αυτό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " einst " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "einst" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ένα · ένας · ανοικτό · αυτή · εἷς · μία · μια
-
μια κλασική περίπτωση απροσεξίας
-
κάνω ένα λάθος · κάνω λάθος
-
ένα παντελόνι
-
μια ηλικιωμένη κυρία
-
κλειστός άνθρωπος | εσωστρεφής
-
ένας Γερμανός καλλιτέχνης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη