Μετάφραση του "einstmals" σε Ελληνικά

Το κάποτε είναι η μετάφραση του "einstmals" σε Ελληνικά.

einstmals

einmal (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κάποτε

    adverb

    Die einstmals üblichen Fristverlängerungen für schleppend vorankommende Projekte werden mittlerweile fast immer abgelehnt.

    Τα αιτήματα για χρονικές παρατάσεις σε περιπτώσεις καθυστέρησης των επιδόσεων, που κάποτε αποτελούσαν σύνηθες φαινόμενο, απορρίπτονται πλέον σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " einstmals " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "einstmals" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "einstmals" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη