Μετάφραση του "einstimmig" σε Ελληνικά

Οι ομόφωνα, ομόφωνος, παμψηφεί είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "einstimmig" σε Ελληνικά.

einstimmig adjective γραμματική

in Bausch und Bogen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ομόφωνα

    adjective

    Der Rat stellt durch einstimmigen Beschluss fest, ob diese Voraussetzung erfüllt ist.

    Το Συμβούλιο αποφασίζει ομόφωνα κατά πόσον έχει πληρωθεί ο όρος αυτός.

  • ομόφωνος

    noun masculine

    Weißt du, es herrschte einstimmige Begeisterung für den Kandidaten, also ging es eben mal schneller als normalerweise.

    Λοιπόν, υπήρχε ομόφωνος ενθουσιασμός για τον υποψήφιο, οπότε τα πράγματα κινήθηκαν γρηγορότερα απ'ότι συνήθως.

  • παμψηφεί

    Ich bitte meine Kolleginnen und Kollegen, ihn einstimmig zu unterstützen.

    Καλώ όλες και όλους τους συναδέλφους μου να την εγκρίνουν παμψηφεί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " einstimmig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "einstimmig" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "einstimmig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη