Μετάφραση του "entdecken" σε Ελληνικά
Οι ανακαλύπτω, αποκαλύπτω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "entdecken" σε Ελληνικά.
entdecken
verb
γραμματική
(zufällig) begegnen [..]
-
ανακαλύπτω
verbKolumbus hat Amerika entdeckt.
Ο Κολόμβος ανακάλυψε την Αμερική.
-
αποκαλύπτω
verbSie entdeckten dabei, dass es nicht durch harte Währung gedeckt war.
Η έρευνα αποκάλυψε πως ο λογαριασμός δεν μπήκε από κάποιο ισχυρό νόμισμα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " entdecken " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη