Μετάφραση του "Entdeckung" σε Ελληνικά

Οι ανακάλυψη, Ανακάλυψη, ανεύρεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Entdeckung" σε Ελληνικά.

Entdeckung noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανακάλυψη

    noun feminine

    Diese Entdeckung wird in die Geschichte eingehen.

    Αυτή η ανακάλυψη θα μείνει στην ιστορία.

  • Ανακάλυψη

    Kennenlernen von etwas Vorhandenem, aber Unerkanntem

    Diese Entdeckung wird in die Geschichte eingehen.

    Αυτή η ανακάλυψη θα μείνει στην ιστορία.

  • ανεύρεση

    Noun

    Auch über die Entdeckung nicht oder falsch deklarierter gefährlicher Güter in der Fracht, der Post oder im Gepäck ist Bericht zu erstatten.

    Πρέπει επίσης να αναφέρεται η ανεύρεση αδήλωτων ή μη ορθώς δηλωθέντων επικινδύνων εμπορευμάτων που ανακαλύπτονται στο φορτίο, στο ταχυδρομείο ή στις αποσκευές.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποκάλυψη
    • εφεύρεση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Entdeckung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Entdeckung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Entdeckung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη