Μετάφραση του "entfallen" σε Ελληνικά

Οι διαφεύγω, πέφτω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "entfallen" σε Ελληνικά.

entfallen adjective verb γραμματική

entfallen (auf) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαφεύγω

    verb

    Das Gesicht kommt mir bekannt vor, aber der Name ist entfallen.

    Το πρόσωπό σου φαίνεται γνώριμο, αλλά τ'όνομά σου μου διαφεύγει.

  • πέφτω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " entfallen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "entfallen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "entfallen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη