Μετάφραση του "entleihen" σε Ελληνικά
Το δανείζομαι είναι η μετάφραση του "entleihen" σε Ελληνικά.
entleihen
Verb
γραμματική
Kansai-ben [..]
-
δανείζομαι
verbEs ist, als hätte sie ihren Handlungswillen verloren und den des Balles entliehen.
Σαν να μην μπορεί να ενεργεί και δανείζεται τη θέληση της μπάλας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " entleihen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη