Μετάφραση του "entleihen" σε Ελληνικά

Το δανείζομαι είναι η μετάφραση του "entleihen" σε Ελληνικά.

entleihen Verb γραμματική

Kansai-ben [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δανείζομαι

    verb

    Es ist, als hätte sie ihren Handlungswillen verloren und den des Balles entliehen.

    Σαν να μην μπορεί να ενεργεί και δανείζεται τη θέληση της μπάλας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " entleihen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "entleihen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη