Μετάφραση του "entlaufen" σε Ελληνικά

Οι δραπετεύω, φεύγω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "entlaufen" σε Ελληνικά.

entlaufen Adjective Verb γραμματική

entweichen (gehoben) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δραπετεύω

    verb

    Rom war offenbar als üblicher Zufluchtsort für entlaufene Sklaven bekannt.

    Η ίδια η Ρώμη αναφέρεται πως ήταν «περιβόητη λόγω του ότι σε αυτήν κατέφευγαν συνήθως» οι δούλοι που είχαν δραπετεύσει.

  • φεύγω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " entlaufen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "entlaufen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη