Μετάφραση του "entrichten" σε Ελληνικά
Το πληρώνω είναι η μετάφραση του "entrichten" σε Ελληνικά.
entrichten
verb
γραμματική
verausgaben (Verwaltungsdeutsch)
-
πληρώνω
verbSie werden unabhängig davon angewandt, ob tatsächlich Einfuhrabgaben entrichtet wurden oder nicht.
Εφαρμόζονται ανεξάρτητα από το αν οι εισαγωγικοί δασμοί έχουν πράγματι πληρωθεί ή όχι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " entrichten " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη