Μετάφραση του "entrinnen" σε Ελληνικά

Οι διαφεύγω, ξεφεύγω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "entrinnen" σε Ελληνικά.

entrinnen Verb γραμματική

(sich) leeren [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαφεύγω

    verb

    Doch man brachte sie schnell ins Krankenhaus, und so entrann sie dem Tod.

    Αλλά μεταφέρθηκε αμέσως στο νοσοκομείο κι έτσι διέφυγε τον θάνατο.

  • ξεφεύγω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " entrinnen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "entrinnen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη